ἄκων

ἄκων, -οντος
Grammatical information: m.
Meaning: `javelin, dart' (Il.).
Derivatives: ἀκοντίας m. `kind of snake', `meteor' (for its rapidity; Nic.), ἀκοντίλος m. = ἀκοντίας (H.).
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [18] *h₂eḱ- `sharp'
Etymology: ἄκων is considered an n-derivative of the root in ἀκ-ή etc. But there is no proof for this, as ἄκαινα (q.v.) must not be a derivation of the stem of ἄκων. - From other languages cf.: Skt. aśáni- `point of an arrow', Lat. agna `ear (of corn)', Germ., e.g. Goth. ahana `chaff', ON ǫgn, pl. agnar id.
Page in Frisk: 1,62

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄκων — involuntary masc nom sg ἄ̱κων , ἀέκων involuntary masc nom sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άκων — (I) ἄκων ( οντος), ο (Α) είδος ακοντίου, μικρότερο και ελαφρότερο από το δόρυ, που χρησιμεύει κυρίως σε αθλητικά αγωνίσματα και στο κυνήγι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ΙΕ ρ. *ak «οξύς, αιχμηρός» επαυξημένη με ν πρβλ. και τις λ. ἄκαινα, ἄκαινος, ἄκανθα, ἀκόνη,… …   Dictionary of Greek

  • Ἀκῶν — Ἄκης masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκῶν — ἄκος cure neut gen pl (attic epic doric) ἀκέω pres part act masc nom sg (attic epic doric) ἀκή point fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκόντεσσι — ἄκων involuntary masc dat pl (epic aeolic) ἀ̱κόντεσσι , ἀέκων involuntary masc/neut dat pl (attic epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκόντεσσιν — ἄκων involuntary masc dat pl (epic aeolic) ἀ̱κόντεσσιν , ἀέκων involuntary masc/neut dat pl (attic epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκόντων — ἄκων involuntary masc gen pl ἀ̱κόντων , ἀέκων involuntary masc/neut gen pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκον — ἄκων involuntary masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκοντα — ἄκων involuntary masc acc sg ἄ̱κοντα , ἀέκων involuntary neut nom/voc/acc pl (attic) ἄ̱κοντα , ἀέκων involuntary masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκοντας — ἄκων involuntary masc acc pl ἄ̱κοντας , ἀέκων involuntary masc acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκοντε — ἄκων involuntary masc nom/voc/acc dual ἄ̱κοντε , ἀέκων involuntary masc/neut nom/voc/acc dual (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.